Οι White Stripes ήταν ένα αμερικάνικο ροκ συγκρότημα από το Ντιτρόιτ. Αποτελούνταν από τον Τζακ Γουάιτ (φωνή, κιθάρα) και την Μεγκ Γουάιτ(τύμπανα), οι οποίοι δήλωναν αδέρφια, αν και στη πραγματικότητα πρόκειται για χωρισμένο ζευγάρι. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του συγκροτήματος είναι ότι στη πλειονότητα των τραγουδιών χρησιμοποιεί μόνο κιθάρα και τύμπανα. Ήταν ενεργό από το 1997 μέχρι το 2011.

Το συγκρότημα σχηματίστηκε το 1997. Το 1999 κυκλοφόρησε ο πρώτος δίσκος του, με τίτλο το όνομα του συγκροτήματος. Η πρώτη μεγάλη επιτυχία ήρθε με το White Blood Cells το 2001 και το 2003 κυκλοφόρησε το Elephant, που γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία παγκόσμια. Μια μεγάλη επιτυχία ήταν επίσης το "Seven Nation Army" .  Έχουν προταθεί αρκετές φορές σε διάφορες κατηγορίες από ένα πλήθος βραβείων. Ανάμεσα στα βραβεία που έχουν κατακτήσει ξεχωρίζουν τα 5 βραβεία Grammy, από τις συνολικά 8 φορές πoυ έχουν προταθεί. Από αυτά τα 3 είναι στην κατηγορία «Καλύτερη Εναλλακτική Μουσική», κατηγορία «Καλύτερο Ροκ τραγούδι», και ένα για την κατηγορία «Καλύτερη Ροκ Εκτέλεση από Ντουέτο ή Γκρουπ» . Επίσης, έχουν κατακτήσει 1 βραβείο BRIT στην κατηγορία «Best International Group» .

 

Ο Τζακ ελεγε ότι είναι αδέρφια γιατί ήθελε ο κόσμος να επικεντρώνει στην τέχνη τους κι όχι στην προσωπική τους ζωή. Και να μην τους ξέρεις λοιπον , σιγουρα θα εχεις ακούσεις το «Seven Nation Army» κάπου σε κάποιον ραδιοφωνικό σταθμό, σε κάποιο μαγαζί. Το δε τραγούδι έχει γίνει δεν ξέρω καν πόσες διασκευές και επανεκτελέσεις από άλλα συγκροτήματα και καλλιτέχνες. Πολύς κόσμος παραμένει κολλημένος μ' αυτό, αλλά ευτυχώς όχι μόνο γιατί έχουν πολλά αξιόλογα κομμάτια. Ειναι το δεύτερο τραγούδι μετά το ''We Αre The Champions'' των Queen που έχει συνδεθεί τόσο έντονα με οποιοδήποτε αθλητικό γεγονός. Περισσότερο με το ποδόσφαιρο με εξέχον παράδειγμα όταν έγινε ο ύμνος των Ιταλών φιλάθλων στη κατάκτηση του παγκοσμίου κυπέλλου το 2006. Έχει ακουστεί είτε από ηχεία είτε σαν σύνθημα σε κάθε γήπεδο του πλανήτη. Μεγάλο μέρος του κόσμου που το τραγούδαγε δεν γνώριζε καν από που προέρχεται η μελωδία. Το χαρακτηριστικό μελωδικό riff που τονίζει το κομμάτι δεν είναι από μπάσο. Είναι παιγμένο με ημι-ακουστική κιθάρα του 1950, Ο Jack White πέρασε τον ήχο από πετάλι κιθάρας με χαμηλωμένη οκτάβα.

Εκκεντρικό ζευγάρι, αν και η Μεγκ ήταν απλώς ντροπαλή, ο εκκεντρικός ήταν ο Τζακ Ουάιτ. Ο οποίος πριν παντρευτεί τη Μεγκ λεγόταν Τζακ Γκίλις και μετά τα στέφανα πήρε το επίθετο της συζύγου του, το οποίο κρατάει μέχρι σήμερα, κι ας έχουν περάσει 15 χρόνια από τότε που χώρισαν. Το τέλος των White Stripes ανακοίνωσαν τα μέλη του γκρούπ με ανάρτηση στην ιστοσελίδα τους. Ο White σε  συνέντευξη του εξήγησε τους λόγους της διάλυσης: ισχυρίστηκε λοιπόν πως είχε την αίσθηση ότι δεν είχε πια τον έλεγχο πάνω στους Stripes. «Μας ρωτούσαν συνεχώς για ποιο λόγο κάνουμε το α και όχι το β ή γιατί δεν κάνουμε το γ. Δεκάδες ερωτήσεις. Αυτό που με ενδιέφερε, όπως αντίστοιχα και τη Meg, είναι όπως ένας ζωγράφος φτιάχνει ένα πίνακα και τον εκθέτει έτσι ακριβώς να λειτουργούμε και εμείς. Να κάνουμε μουσική και οι άνθρωποι να την ακούνε και να σκέφτονται αν τους αρέσει. Τα υπόλοιπα είναι περιττά», τόνισε ο Jack καταλήγοντας πως την ίδια ακριβώς λοιπόν άποψη (για την απώλεια του ελέγχου) έχει και η Meg, γεγονός που, κατά τον κιθαρίστα, οφειλόταν στο ότι η μπάντα ανήκε πια περισσότερο στους οπαδούς και λιγότερο στον Jack και τη Meg.

The White Stripes – «Dead Leaves and the Dirty Ground»

Ο Jack και η Meg White ξεκίνησαν την καριέρα τους, αφήνοντας μυστηριώδεις φήμες για την μεταξύ τους σχέση. Αν και οι ίδιοι υποστήριζαν ότι ήταν αδέρφια, αργότερα αποκαλύφθηκε ότι ήταν στην πραγματικότητα σύζυγοι.  Το συγκεκριμένο κομμάτι ακολούθησε την ανακοίνωση του χωρισμού τους.

Ο νεαρός John Gillis πήγαινε σε σχολείο μαύρων και είχε κολλήσει μουσικά με τα κλασικά μπλουζ της Αμερικής που εξελίχθηκαν στην κυριότερη επιρροή του ιδίως με τους White Stripes. Έμαθε τον εαυτό του πρώτα drums και στη συνέχεια κιθάρα και πιάνο για να μπορεί να ηχογραφεί μόνος του ολοκληρωμένα κομμάτια. Ηχογραφεί την μουσική του σε κασέτες τις οποίες μοντάρει με τις ώρες με ένα ξυράφι αδιαφορώντας για τα γεμάτα απορία βλέμματα όλων όσων είναι γύρω του και δεν παιρνει τη βοηθεια του υπολογιστη κι πολλων αλλων μηχανηματων που υπαρχουν σημερα.
Θεωρεί τον εαυτό του πάνω στην σκηνή σαν αυτοσχεδιαστή κωμικό, δεν προετοιμάζει τα setlist των συναυλιών, ανεβαίνει και αποφασίζει κάθε επόμενο τραγούδι με βάση την ανταπόκριση του κοινού και το δικό του momentum. Διατηρεί την δική του δισκογραφική εταιρία ''3rd Man Records'' που μεταξύ των ευκαιριών που δίνει σε κολλεγιόπαιδα και ερασιτέχνες να μπουν σε στούντιο, λειτουργεί αποκλειστικά με την μεγάλη του αγάπη που δεν είναι άλλη από τους δίσκους βινυλίου. Η επιχειρηματική του αυτή ενέργεια του αποδίδει ελάχιστο έως καθόλου κέρδος και κάθε άλλο παρά ''επιχειρίν'' είναι καθώς μοιάζει περισσότερο με μη κερδοσκοπική οργάνωση για την διάσωση σπουδαίων αλλά αφανών μουσικών. Αποσκοπεί κυρίως στη διατήρηση, ανακατασκευή και διανομή μέσω λιανικής δίσκων από σπουδαίους αλλά ξεχασμένους πλέον καλλιτεχνες αλλά και γενικότερα υποτιμημένων μουσικών του παρελθόντος. Οι white Stripes ειχαν παντού υπάρχει ο αριθμός 3 αλλά φυσικά και η τριχρωμία, με σειρά συχνότητας, κόκκινο – άσπρο – μαύρο. Που θεωρεί τον πιο δυνατό χρωματικό συνδυασμό στο κόσμο.
         
Τρία μουσικά όργανα, είτε drums, κιθάρα & φωνή είτε όποιος άλλος συνδυασμός ορίζουν την μινιμαλιστική του προσέγγιση. Ο αριθμός βρίσκεται στις πένες του αλλά και κάτω από κάθε υπογραφή του. Θεωρεί πως είναι ο πιο ολοκληρωμένος αριθμός και αναφέρεται στα: Στίχοι – μελωδία – ρυθμός. Στην τριάδα της χριστιανικής θρησκείας. Στους σηματοδότες των φαναριών, στο ότι ένα τραπέζι στέκεται και με τρία πόδια και στις τρεις βασικές νότες της Blues. Επιμελείται μόνος του το concept όλων των -πραγματικά υπέροχων- εξώφυλλων των δίσκων του και σαν άλλος αναγεννησιακός ζωγράφος η δυναμική που έχουν τα χρώματα σε κάθε έκφανση της οντότητας του έργου του είναι μοναδική. Ο βασικός λόγος που οι White Stripes θύμιζαν καρτούν με όλο το ερυθρόλευκο concept ήταν προς διάσπαση της προσοχής καθώς δεν ήθελε να μοιάζουν με ''λευκά παιδάκια που παίζουν τα Blues των μαύρων''. 

 

Θάλεια Κωνσταντίνου