Οι Deep Purple είναι αγγλικό hardrock συγκρότημα, το οποίο δημιουργήθηκε στο Hertford, στην Αγγλία το 1968. Μαζί με τους Led Zeppelin και τους Black Sabbath αποτελούν την τριάδα των προπατόρων του heavymetal. Έχουν μπει στο Βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες ως το πιο θορυβώδες συγκρότημα για την συναυλία τους στο Rainbow Theatre του Λονδίνου το 1972 και έχουν πουλήσει πάνω από 100.000.000 δίσκους.

Έχουν καταταχθεί από το κοινό πέμπτοι στη λίστα με τα πιο επιδραστικά συγκροτήματα όλων των εποχών, ενώ το 2008 έλαβαν το Legend Award στα World Music Awards.Το 2016, εισήχθησαν στο Rock and Roll Hall of Fame μετά από συνεχείς αναβολές, παρά την προτίμηση του κοινού κατά τις ψηφοφορίες.

“Childintime”

Το «Child in time» γράφτηκε το καλοκαίρι του 1969 και ήταν εμπνευσμένο από το κομμάτι «Bombay Calling» του αμερικανικού συγκροτήματος  «It’s A Beautiful Day» με τους οποίους υπήρξε δικαστική διαμάχη. Ο πιανίστας Jon Lord άκουσε το συγκεκριμένο τραγούδι και άρχισε να το παίζει στα πλήκτρα. Τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος ενθουσιάστηκαν με τον ήχο και αποφάσισαν να το αλλάξουν. Ο τραγουδιστής Ian Gillan άρχισε να σιγοτραγουδά τους στίχους «Child in time» και στο τρίτο λεπτό ο κιθαρίστας Ritchie Blackmore μπήκε με σόλο της κιθάρας του. Το τραγούδι διαρκούσε 10 λεπτά και 15 δευτερόλεπτα και θεωρείται από τα σημαντικότερα στην ιστορία της μουσικής βιομηχανίας. Ο Ritchie είχε δηλώσει ότι ο Gillan ήταν ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο, ο οποίος μπορούσε να το τραγουδήσει, όπως απαιτούσε. Παρόλο που οι στίχοι ακούγονταν απλοί, το τραγούδι είχε βαθύ νόημα και αντιπολεμικό χαρακτήρα. Αποτελούσε τραγούδι διαμαρτυρίας για τον πόλεμο του Βιετνάμ και τον Ψυχρό Πόλεμο. Οι στίχοι μιλούσαν για την φύση του ανθρώπου και την άσκοπη επιθυμία του να σκοτώνει. Το «Childintime» ήταν βασικό κομμάτι στις συναυλίες τους για περισσότερο από 30 χρόνια. Αργότερα, το αφαίρεσαν για προσωπικούς λόγους. Πιθανόν, με την πάροδο του χρόνου ήταν πιο δύσκολο για τον Gillan να το ερμηνεύει, καθώς ήταν ιδιαίτερα απαιτητικό τραγούδι και χρειαζόταν μεγάλη έκταση φωνής. Η τελευταία φορά που το ερμήνευσαν ήταν το 2002 σε συναυλία στην Αγγλία.

“Smoke On The Water”

Τον Δεκέμβριο του 1971, οι Deep Purple έφτασαν στην Ελβετία για να ηχογραφήσουν το πρωτοποριακό τους άλμπουμ Machine  Head στο Montreux Casino, χρησιμοποιώντας το κινητό στούντιο των Rolling Stones. Έχοντας παίξει εκεί νωρίτερα την ίδια χρονιά το συγκρότημα λάτρευε το χώρο και είχε καλές σχέσεις με τον ιδιοκτήτη του, Claude Nobs. Τη νύχτα πριν την ηχογράφηση στο Montreux Casino έγινε μια συναυλία του Frank Zappa και των Mothers of Invention. Λίγο μετά την έναρξή της, η συναυλία διακόπηκε από μια φωτοβολίδα (από αυτές που χρησιμοποιούνται ως σήμα κινδύνου) που έριξε κάποιος από το κοινό στη στέγη. Ξέσπασε αμέσως πυρκαγιά και παρόλο που κανείς δεν τραυματίστηκε σοβαρά η φωτιά εξαπλώθηκε καίγοντας ολόκληρο το συγκρότημα του καζίνο, τον εξοπλισμό του Frank Zappa και τα σχέδια ηχογράφησης των Deep Purple. Στην συνέχεια το συγκρότημα αναγκάστηκε - μετά από παράπονα των κατοίκων στην αστυνομία για το θόρυβο - να μετακινηθεί από το θέατρο Pavilion στο Grand Hotel. Τον τίτλο «Smoke On The Water» σκέφτηκε ο μπασίστας του του συγκροτήματος Roger Glover όταν θυμήθηκε τον καπνό που συγκεντρώθηκε πάνω από τη λίμνη της Γενεύης όταν ξέσπασε η φωτιά στο καζίνο. Ο Glover και ο τραγουδιστής των Deep Purple δεν έχασαν χρόνο και άρχισαν να γράφουν τους στίχους που έλεγαν την ιστορία του χάους γύρω από την ηχογράφηση του κομματιού, δημιουργώντας έτσι ένα από τα πιο αγαπημένα και αξιομνημόνευτα τραγούδια στην ιστορία της Hard Rock. Ο Jon Lord έχει πει για το “Smoke On The Water”: «αν θέλετε να μάθετε την ιστορία δεν έχετε παρά να ακούσετε τους στίχους». 

 

Θάλεια Κωνσταντίνου